Thursday, 6 August 2009

Viva La Vida!!!!!!


"...Μες την ορμή της ερημιάς γινόμαστε διάφανοι..."

Tuesday, 2 December 2008

είμαι κοντά σου φίλε μου...
σκουπίζω τα άγια δάκρυα σου...
σε βλέπω ν' ανθίζεις
βουβαίνει το γέλιο μου
χάνεται σαν παιδί στο πλήθος
ατάρακτος
γίνομαι χώμα και νερό
δειλιάζω
κρύβομαι
κάποτε υπήρξα μεγαλειώδης
κάποτε υπήρξες μεγαλειώδης
αιμάσσοντα σημεία στον ορίζοντα
ζωηρές ονειρώξεις
σθένη απελπισμένα

είμαι κοντά σου φίλε μου...

Saturday, 29 November 2008


Αν φόβοι σέρνουν τυφλά την καρδιά σου
γίνε φωτιά και όρμησε προς την ανηφοριά
αν θεία μοίρα σου ανοίγει πληγές
άσε τον ήλιο να μπει από τις ραγισματιές

Γείρε στον ώμο μου, βγάλε φτερά
θα μας πάρει ο ουρανός πιο μακριά
σε μια γη που ανατέλλει

Αν την ψυχή χώμα θεωρείς
τότε βαριές θα απλώνονται όλες σου οι μέρες
αν η αγάπη είναι ο φόβος που ενώνει
σαν μένεις μόνος σου
όρθιος να στέκεις στο κρύο

Αν βρεις τη λάμψη και μια άγρια χαρά
θα μας πάρει ο ουρανός πιο μακριά
σε μια γη που ανατέλλει.

Αν ταπεινώνουν το μέσα σου οι μπόρες
ρούφηξε όλους τους τρόμους
και κάνε τους ρίζες
αν στο σκοτάδι τις σκέψεις σου θρέψεις
φρόντισε να' χεις με αλήθεια
υφάνει τις λέξεις

Σαν δυο μικρά ασημένια πουλιά
θα μας πάρει ο ουρανός πιο μακριά
σε μια γη που ανατέλλει
γείρε στον ώμο μου, βγάλε φτερά
θα μας πάρει ο ουρανός πιο μακριά
σε μια γη που ανατέλλει...

Friday, 19 September 2008

My tears are alike the quiet drift

Of petals from some magic rose;

And all my grief flows from the rift

Of unremembered skies and snows


I think, that if I touched the earth,

It could crumble;

It is so sad and beautiful,

So tremulously like a dream.


Το ποίημα "Clown in The Moon" του Dylan Thomas

Εξαιρετικά αφιερωμένο...

Friday, 5 September 2008

When they poured across the border
I was cautioned to surrender,
This I could not do;
I took my gun and vanished.

I have changed my name so often,
Ive lost my wife and children
But I have many friends,
And some of them are with me.

An old woman gave us shelter,
Kept us hidden in the garret,
Then the soldiers came;
She died without a whisper.

There were three of us this morning
Im the only one this evening
But I must go on;
The frontiers are my prison.

Oh, the wind, the wind is blowing,
Through the graves the wind is blowing,
Freedom soon will come;
Then well come from the shadows.

Les allemands etaient chez moi,
Ils me dirent, signe toi,
Mais je nai pas peur;
Jai repris mon arme.
Jai change cent fois de nom,
Jai perdu femme et enfants
Mais jai tant damis;
Jai la france entie`re.
Un vieil homme dans un grenier
Pour la nuit nous a cache,
Les allemands lont pris;
Il est mort sans surprise.

[the germans were at my home
They said, sign yourself,
But I am not afraid
I have retaken my weapon.
I have changed names a hundred times
I have lost wife and children
But I have so many friends
I have all of france
An old man, in an attic
Hid us for the night
The germans captured him
He died without surprise.]

Oh, the wind, the wind is blowing,
Through the graves the wind is blowing,
Freedom soon will come;
Then well come from the shadows.

Tuesday, 29 July 2008





Ωραία διπλωματική θα γράψουμε...

Saturday, 19 July 2008

"...Τὸ δικό μας τὸ δάσος δὲν τὸ κρύβει ὁ οὐρανός..."

Νιώθω μια θάλασσα μέσα μου, να με ταξιδεύει ως τον στερνό ανασασμό... Φαντάζομαι χορούς παραμυθένιους, ήσυχες παραλίες και ακανθώδεις σκέψεις... Ησυχία... Δώστε μου ησυχία...

[...]

Μιλῶ γιὰ τὰ τελευταῖα σαλπίσματα τῶν νικημένων στρατιωτῶν
Γιὰ τὰ κουρέλια ἀπὸ τὰ γιορτινά μας φορέματα
Γιὰ τὰ παιδιά μας ποὺ πουλᾶν τσιγάρα στοὺς διαβάτες
Μιλῶ γιὰ τὰ λουλούδια ποὺ μαραθήκανε στοὺς τάφους καὶ τὰ σαπίζει ἡ βροχὴ
Γιὰ τὰ σπίτια ποὺ χάσκουνε δίχως παράθυρα σὰν κρανία ξεδοντιασμένα
Γιὰ τὰ κορίτσια ποὺ ζητιανεύουν δείχνοντας στὰ στήθια τὶς πληγές τους
Μιλῶ γιὰ τὶς ξυπόλυτες μάνες ποὺ σέρνονται στὰ χαλάσματα
Γιὰ τὶς φλεγόμενες πόλεις τὰ σωριασμένα κουφάρια σοὺς δρόμους
Τοὺς μαστρωποὺς ποιητὲς ποὺ τρέμουνε τὶς νύχτες στὰ κατώφλια
Μιλῶ γιὰ τὶς ἀτέλειωτες νύχτες ὅταν τὸ φῶς λιγοστεύει τὰ ξημερώματα
Γιὰ τὰ φορτωμένα καμιόνια καὶ τοὺς βηματισμοὺς στὶς ὑγρὲς πλάκες
Γιὰ τὰ προαύλια τῶν φυλακῶν καὶ γιὰ τὸ δάκρυ τῶν μελλοθανάτων.

Μὰ πιὸ πολὺ μιλῶ γιὰ τοὺς ψαράδες
Π᾿ ἀφήσανε τὰ δίχτυά τους καὶ πήρανε τὰ βήματά Του
Κι ὅταν Αὐτὸς κουράστηκε αὐτοὶ δὲν ξαποστάσαν
Κι ὅταν Αὐτὸς τοὺς πρόδωσε αὐτοὶ δὲν ἀρνηθῆκαν
Κι ὅταν Αὐτὸς δοξάστηκε αὐτοὶ στρέψαν τὰ μάτια
Κι οἱ σύντροφοί τους φτύνανε καὶ τοὺς σταυρῶναν
Κι αὐτοί, γαλήνιοι, τὸ δρόμο παίρνουνε π᾿ ἄκρη δὲν ἔχει
Χωρὶς τὸ βλέμμα τους νὰ σκοτεινιάσει ἢ νὰ λυγίσει

Ὄρθιοι καὶ μόνοι μὲς στὴ φοβερὴ ἐρημία τοῦ πλήθους.

[...]


Τιτάνα μην μασάς...